Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Αναρτηση απο πολυ παλια.

Θυμαμαι, παντα εφευγες. Καθομασταν ολοι στο τραπεζι της Κυριακες κι εσυ εφευγες γρηγορα να προφτασεις τη δουλεια σου, να μη μας λειψει τιποτα. Ουτε ψωμι ουτε παιχνιδι, ουτε ρουχο. Κι υστερα που μεγαλωσα και καταλαβαινα απο Χριστουγεννα και πασχα, κι ολες αυτες τις οικογενειακες συναξεις. Εσυ παντα εφευγες. Κι ελεγα εγω πως εισαι οδηγος λεωφορειου στον εαυτο μου, και πας να βοηθησεις τους φτωχους που μπορει την πρωτοχρονια κατι να τους ετυχε και να θενε μεταφορα ως το Βενιζελιο.

Υστερα περασαν κι αλλο τα χρονια. Κι ηρθες εσυ και απανω στη ωρα τη δικια μου, της δικιας μου της φουργιας, απανω που μεγαλωσα, εφυγες. Λιγο με μεγαλωσες κι εσυ, λιγο με γαλουχισες με χαραγματα και διδαγματα κι εφυγες.

Μετα εσυ. Εσυ, ησουν το χειροτερο. Γιατι ποτε δεν ηρθες και ποτε δεν ησουν εδω, ομως ακομα κι ετσι καταφερνες να φευγεις και να νιωθω μια καποια απουσια, μια καποια ελλειψη.


Εσυ, παντα εφευγες. Σαν τον πατερα μου κι εσυ, οδηγος λεωφορειου. Οσες εχω δικαιολογησει εκεινον που μου στερησε την παρουσια του αλλες τοσες εχω δικαιολογησει κι εσενα που μου στερησες την αγαπη σου. Και ηξερα, πως θα ντυθεις αγιος βασιλης αμα χρειαστει για να πιστεψω. Αλλα οταν σε περιμενα στο δεντρο απο κατω, εσυ δεν εμφανιζοσουν ποτε. Και το πασχα οταν ο νονος μου μου εφερνε τη λαμπαδα, σ εψαχνα να σου δωσω το στολιδι που ειχε πανω και να κρατησω το κερι για μενα αλλα εσυ δεν εμφανοζοσουν ποτε, οποτε χαλουσα αδικα το δωρο μου. 

Και πολλες φορες, σου χαριζα τα πραγματα μου για να μενεις. Και σου εκανα δωρα για να μενεις. Κι οταν εβγαζες το περιτυλιγμα επαιρνες τη χαρα σου κι εφευγες κι εμενα με τη λυπη εγω. Κι οταν μια μερα σου χαρισα το μαξιλαρι μου κι ολα τα ονειρα που ειχε μεσα, η μανα σου κατεβηκε και το δωσε στη δικη μου μανα και τις ακουγα να λενε "τι γλυκο που ναι αυτο το παιδι". 


Κι υστερα μεγαλωσαμε και αλλαξαμε σχολεια. Τοτε ειχες δικαιολογια να φυγεις. Μα εγω ειχα τοσα πραγματα να τα χαριζω σε σενα. Κι ηταν ολα για σενα. Μα εσυ εφευγες. Κι εγω οσο περνουσε ο καιρος ειχα ολο και περισσοτερα. Κι εσυ θα ησουν για καποιο καφε με καποιον φιλο σου, συγγενη ή συμμαθητη απο το καινουργιο σου σχολειο. Και το ποδηλατο μου θα σου χαριζα κι ας μην ηξερες ποδηλατο. 

Κι ετσι εκανα με ολους και με ολα οσο μεγαλωνα. Εγω αγαπουσα(οποτε, αν και εφοσον) και παθιαζομουν τοσο πολυ και πιεζα τοσο πολυ τις καταστασεις που το κουραζα και το χαλουσα. Και σημερα που εκανα προβα το συνειδητοποιησα. Ηθελα τοσο πολυ αυτο το συγκροτημα, να δουλεψει, οχι απαραιτητα με τους δικους μου ορους, αλλα ηθελα να πετυχει, που τους πιεσα ολους και τους κουραζα και τους αγχωνα. Απλα για να μην το κανω αυτο εγω επρεπε να μη με νοιαζει, κι αναρωτιεμαι ποια ειναι η λυση σε αυτο.


Εχω πληγωθει τοσο με το να πιεζω εκεινους που ποθω κι αγαπω που δε μπορω να το κανω αλλο πια, φοβαμαι, ντρεπομαι πως το λενε.

Απλα ελα να με ηρεμησεις.

Προκειται για μια αρρωστη αναρτηση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου