Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Όσφρηση(..."γράφεις για να διαβαστείς)

Εκείνος είχε μείνει ανάπηρος στα χέρια από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκείνη είχε χάσει την όραση της από μια σειρά αποτυχημένων επεμβάσεων στον εγκέφαλο της. Ήταν και οι δύο βουβοί. Παρά το ταλέντο τους στη χρήση του λόγου, σπάνια μιλούσαν. Εξού και ο χαρακτηρισμός τους από τον κειμενογράφο ως "βουβοί". Περνούσαν μαζί μονάχα τα κακοκαιρία κι έτσι μάθαιναν σπασμωδικά ο ένας για την αναπηρία του αλλού, κάθε χρόνο βρισκόντουσαν με μια ικανότητα λιγότερη, όμως κάθε χρόνο η όσφρηση και τα πόδια τους τους έφερναν κοντά. Εκείνη αντιλαμβανόταν τη μυρωδιά του στον αέρα κι εκείνος την έβλεπε, καθώς μπορούσε να το κάνει, και χωρίς να τη λυπάται συγκρίνε τον εαυτό του μαζί της, κέρδιζε στο μυαλό του προφανώς, όμως υπήρχαν πάντα ενδεχόμενα.

Αυτοί οι δύο άνθρωποι, μάλλον αυτά τα δύο παιδιά έκαναν περίεργες συζητήσεις. Έβρισκαν για λίγο και ίσως σπάνια, θα έλεγε κάνεις, την ικανότητα τους να μιλούν και ταλαιπωρούσαν τα μυαλά τους με το να μοιράζονται τις ελαττωματικές σκέψεις που έκαναν το χειμώνα. Μιλούσαν το καλοκαίρι για όσα έκαναν το χειμώνα.

Ύστερα τελείωνε ο διάλογος χωρίς κάποιο συμπέρασμα καθώς η ώρα ήταν περασμένη. Τότε είτε γύριζαν σπίτι είτε έπαιζαν πάλι με τα υπόλοιπα παιδιά.

Πέρασαν τα χρόνια όμως και οι δύο αυτοί ανάπηροι άνθρωποι έπαψαν να πηγαίνουν τις καθιερωμένες διακοπές με τους γονείς κάθε χρόνο στα νότια της Κρήτης.

Εκείνος βρήκε τη μιλιά του και ασκούσε καθημερινά το επάγγελμα του κερδίζοντας πολλά χρήματα. Είχε ξεφύγει από αυτό, μπορεί να μην είχε χέρια αλλά είχε καταφέρει να μπορεί να μιλάει και πάλι. Είχε προδώσει αυτή την παιδική υπόσχεση όταν μιλά να λέει μόνο πράγματα που αξίζουν αλλά από την άλλη είχε κερδίσει μια κανονικότητα και μια ζωή πιο άνετη. Είχε γίνει λίγο κάπως φυσιολογικός και χαιρόταν με αυτό.

Εκείνη έγινε γλύπτρια. Είχε την πιο ισχυρή αφή στην Αθήνα και τα γλυπτά της δημιουργήματα ήταν σπουδαία. Κρίμα που η ίδια δε μπορούσε να τα δει. Είχε ένα στούντιο όπου δούλευε, δεν ήξερε από ώρα καθώς πλέον δε μπορούσε να δει τη Δύση του ήλιου, έτσι έμενε εκεί όσο ένιωθε κι όσο είχε όρεξη για δουλειά. Εκείνη αντίθετα με το αγόρι δεν είχε βρει τη μιλιά της κι έτσι οποίος ερχόταν δυσκολευόταν να του πει δύο λογία για τα έργα της. Ο κόσμος έκανε προσπάθεια για να συνεννοηθεί μαζί της, ωστόσο τα κατάφερναν όλοι μετά από κάμποση ώρα.

Τα δύο αυτά παιδιά δεν είχαν ως κοινό αυτή την υπόσχεση πια. (Η υπόσχεση: "μιλούσαν μόνο όταν είχαν να πουν κάτι που σημαίνει".)

Το ερώτημα είναι: χάθηκαν επειδή η υπόσχεση παραβιάστηκε από τον έναν; Ή οι υποσχέσεις υπάρχουν για να ενώνουν ακόμα κι όταν δεν τηρούνται; Αυτοί οι δύο χάθηκαν; Ή εκείνος κάθε φορά που μιλάει με ευκολία στον οποιονδήποτε συγκρίνει τις συζητήσεις του με εκείνη; Εκείνη τον ξέχασε; Ή περιμένει να έρθει κάποιο καλοκαίρι, που θα το καταλάβει από τη ζέστη του ήλιου, για να συναντηθούν ξανα κι εκείνη να μιλήσει επιτέλους.

Και τέλος, ποιος έχει περισσότερη ανάγκη ποιον;...

Αυτοί οι δύο ενώθηκαν με τα στόματα τους. Τα πόδια τους και η όσφρηση τους έφερναν κοντά τις επόμενες φορές. Όμως η Αθήνα είναι μια μεγάλη πόλη...

... Η ιστορία τους γράφεται ακόμη...

Αυτοί οι δύο χάθηκαν; Ή όταν δίνεις μια υπόσχεση δεν εστιάζεις στο να τηρηθεί, αλλά πρόκειται για μια δέσμευση αλλού χαρακτήρα...

Σκέψου το, σε αγαπώ(:
Μ αρέσουν οι λέξεις σου και μ αρέσει να σε διαβάζω...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου