Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Χωρις τιτλο


[...]Μια φίλη σαν την άλλη, μα πιο αδύναμη. Θέλει μονάχα χρόνο. Δε μου αρέσει. Δε μου αρέσει που θέλει μονάχα χρόνο. Θέλω έναν άνθρωπο να μου μοιάζει. Δεν κάνω τίποτα πλέον. Ίσως να χρειάζομαι ψυχολόγο. Μισώ τους ψυχολόγους. Νιώθω κενό.

Δεν πείθω τους ανθρώπους πλέον. Κουράστηκα και δε θέλουν να
πειστούν. Δεν ξέρω αν τους αγαπώ πια. Δεν τους κυνηγάω. Θέλω μια αγκαλιά, μα μονάχα μια αγκαλιά δεν έχω. Δε με καταλαβαίνουν. Τώρα είμαι πεπεισμένος. Κοιτούσα το κινητό μου. Κοιτούσα το τηλέφωνό μου, γιατί αυτό θα έκανα εγώ. Θα έπαιρνα τηλέφωνο. Θ' ανησυχούσα. Θέλω να μ' αγκαλιάσω. Βλέπεις, εγώ θα μ' αγκάλιαζα.

Δε θέλω να κοιμηθώ. Δε θέλω να ξεχάσω ξανά. Θέλω να περάσω μέσα απ' τον πόνο, μα δεν μπορώ να το κάνω μόνος μου. Μικρές ανάσες. Ηρέμησα κάπως. Κενό, μονάχα κενό. Βοήθησέ με κάποιος. Και πάλι υπερβάλλω. Πάλι μες στην υπερβολή και το μελόδραμα. Πάλι μόνος.

Την ένιωθα – τη φανταζόμουν να σκίζει με τα νύχια της την πλάτη μου. Πρώτη φορά μου συμβαίνει αυτό. Άραγε πώς είναι να είσαι τρελός; Δεν ξέρω. Δεν ξέρω γιατί με αγαπούν οι άνθρωποι. Πονάει το κεφάλι μου.

Δεν έχω κάτι να προσφέρω, κάτι να δώσω. Η μόνη βοήθεια που δίνω, κανείς δεν της δίνει σημασία. Ο κόσμος έχει πολλούς ανθρώπους που ξέρουν πώς να σκέφτονται περισσότερο τον εαυτό τους, έγραψα. Ίσως γιατί ένιωσαν έτσι. Δε νιώθω ωραία. Δε νομίζω πως αυτό το κείμενο έχει συνοχή πλέον. Δεν ξέρω αν είχε ποτέ. Το μόνο που θέλω είναι κάποιος να με καταλαβαίνει, ίσως.

Δε θέλω κανείς να το διαβάσει αυτό κι όμως ξέρω πως θα το δώσω. Και φοβάμαι. Φοβάμαι, γιατί κάθε φορά που λέω την αλήθεια, ποτέ ποτέ ποτέ ποτέ ποτέποτέ. Ποτέ
κανείς δε θέλει να την ακούσει. Κι ας λένε. ΚΙ ας λένε. Δε νομίζω πως το να αδειάζω το κεφάλι μου στο χαρτί με ανακουφίζει πλέον. Δε νομίζω πως τίποτα με ανακουφίζει. Ύπνος, δεύτερη
προσπάθεια.

Απλα, το διαβασα και σκεφτηκα πως δε θα μπορουσα να τα πω καλυτερα. Σ ευχαριστω λοιπον, Νικήτα. Απο το κειμενο εχω αφαιρέσει ,κακως, καποια μικρα ή μεγαλα μερη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου